Κατηγορίες

Ευρετήριο Εκδοτών - Κατασκευαστών

Εγγραφείτε στο Ενημερωτικό Δελτίο
Παρακαλώ εισάγετε το e-mail σας:


Bestsellers
 




SSL
SSL


TOP 100 BEST GREEK SITES






Παρουσίαση – κριτική του βιβλίου «Δυο φορές Άνοιξη» -07/03/2015

Δείτε όλες τις παρουσιάσεις-κριτικές βιβλίων

Παρουσίαση – κριτική του βιβλίου «Δυο φορές Άνοιξη»

 

Λίγα λόγια για το βιβλίο

Σπουδαστές ήταν η Aνθή και ο Δηµήτρης, όταν γνωριστήκανε, ερωτευθήκανε και, προτού καν κλείσουνε τα είκοσί τους χρόνια, παντρευτήκανε. Η Ανθή είχε µείνει έγκυος. Το πρώτο παιδί γρήγορα θα το ακολουθήσει ένα δεύτερο. Κι ενώ ο Δηµήτρης ανέρχεται επαγγελµατικά, η Ανθή αισθάνεται -και είναι- εγκλωβισµένη σε µια ζωή οικογενειακής ρουτίνας. Η εισβολή στην καθηµερινότητά της του γοητευτικού φωτογράφου Μανουήλ θα της φανερώσει το τι σηµαίνει να σε ερωτεύονται µε πάθος, αλλά και το τι η ίδια είναι ικανή να δηµιουργήσει. Μα όταν ο Μανουήλ θα της προτείνει να τον ακολουθήσει, εκείνη θα προτιµήσει να µείνει κοντά στον άντρα και στα δυο αγόρια της. Όµως η ίδια η ζωή έχει διαφορετικά αποφασίσει. Ένα τρίτο παιδί έρχεται - κορίτσι αυτή τη φορά. Κι έτσι εκείνο που κάποιος σχεδιάζει δε σηµαίνει πως είναι και αυτό που θα συµβεί. Η Ανθή θα πρέπει να αντιµετωπίσει τις επιθυµίες της - κι αυτές που αργοσβήνουνε κι όσες ζητάνε να ανθοφορήσουν.

             

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα

Γεννήθηκε στην Aθήνα το 1946 από γονείς που κατάγονταν απ' τη Σμύρνη. Σπούδασε Φυσική στο Πανεπιστήμιο Aθηνών, αλλά ασχολείται με τη λογοτεχνία από τα παιδικά του χρόνια δημοσιεύοντας κείμενα του στο περιοδικό "Διάπλαση των Παίδων". Tην πρώτη του εμφάνιση στα Γράμματα την κάνει το 1969 συμμετέχοντας σε ανθολογία νέων πεζογράφων και μετά από δέκα χρόνια κυκλοφορεί το πρώτο του βιβλίο. O Mάνος Kοντολέων ασχολείται με όλα τα είδη του πεζού λόγου: μυθιστόρημα, νουβέλα, διήγημα, παραμύθι και δοκίμιο. Eίναι ταχτικός συνεργάτης διαφόρων περιοδικών και εφημερίδων (Aυγή, Bήμα, Διαβάζω, Tραμ, Πόρφυρας, Λέξη κ.ά) όπου και δημοσιεύει κριτικές, άρθρα και λογοτεχνικά κείμενα. Είναι μέλος συντακτικής επιτροπής του περιοδικού "Διαδρομές στο χώρο της λογοτεχνίας για παιδιά και νέους". Γράφει σενάρια τηλεοπτικών προγραμμάτων για παιδία με θέματα γύρω από το βιβλίο και κάνει πολύ συχνά ομιλίες για τα προβλήματα και τους στόχους της Λογοτεχνίας για παιδία και νέους. Bιβλία του έχουν κατά καιρούς βραβευθεί από την Eταιρία Eλλήνων Λογοτεχνών και από τον Kύκλο του Eλληνικού Παιδικού Bιβλίου. Kείμενα του (διηγήματα και άρθρα) περιλαμβάνονται σε διάφορες ανθολογίες πεζογραφίας και δοκιμίου. O Mάνος Kοντολέων ζει στην Aθήνα μαζί με τη γυναίκα του και τα δυο παιδιά τους.

 

Κριτικές για το βιβλίο

1. Ο Μαγιακόφσκι είχε πει ότι «Η Τέχνη δεν πρέπει να αντανακλά σαν τον καθρέφτη, μα σα φακός να μεγεθύνει». Προσωπικά –αν και είμαι εχθρός των ρήσεων– το εν λόγω απόφθεγμα θεωρώ ότι συνοψίζει τα συστατικά ενός καλλιτεχνικού έργου που έχει αξία.

Το βιβλίο του Μάνου Κοντολέων Δύο φορές Άνοιξη είναι ένα ερωτικό μυθιστόρημα. Είναι; Και ναι και όχι. Έχει όλα τα στοιχεία εκείνα που θα το έκαναν ερωτικό μυθιστόρημα. Ένα ερωτικό τρίγωνο, ανεκπλήρωτα πάθη, ανολοκλήρωτοι έρωτες. Ταυτόχρονα, όμως, δεν είναι. Διότι –τουλάχιστον στη σύγχρονη λογοτεχνία– τα ερωτικά μυθιστορήματα έχουν ταυτιστεί με μια πεζότητα, με αυτό που αποκαλούμε «λογοτεχνία της ευκολίας». Όποιος, όμως, διαβάσει το βιβλίο του Μάνου Κοντολέων, θα ανακαλύψει έναν κόσμο, έναν νέο κόσμο – τον κόσμο της Ανθής, του Δημήτρη και του Μανουήλ, τον τρόπο που αυτός ο κόσμος περιπλέκεται (αν και φανταστικός) με τον δικό μας τον αληθινό, δημιουργώντας, τελικά, μια ιστορία κάθε άλλο παρά «εύκολη». Έτσι, ο Μάνος Κοντολέων καταφέρνει να πάρει μια απλή ιστορία, ένα απλό love story και να το μετατρέψει σε κάτι άλλο, κάτι διαφορετικό, θέτοντας τα κύρια και αγωνιώδη ερωτήματα της ίδιας της ζωής – όπως θα προσπαθήσω να εξηγήσω παρακάτω. Τον καθρέφτη τον έκανε μεγεθυντικό φακό. Και αυτό δεν είναι μικρό επίτευγμα. Σε ερωτική ιστορία, μια τέτοια ικανότητα τη συναντάμε μόνο σε σημαντικούς λογοτέχνες – και ο πρώτος που μου ήρθε στο μυαλό ήταν ο Μπαλζάκ με την Ερωτική ψύχωση.

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα απ' την αρχή. Η ιστορία ξεκινά το 1986 και φτάνει μέχρι το 2012, ενώ περιστρέφεται γύρω από τρία πρόσωπα. Την Ανθή, την πρωταγωνίστρια, τον Δημήτρη, τον άντρα και νεανικό της έρωτα, και τέλος τον Μανουήλ, τον εραστή. Αυτοί είναι τα συστατικά στοιχεία ενός ερωτικού τριγώνου, που όμως ποτέ δεν συναντιέται, παρά μόνο στο τέλος της ιστορίας μας. Οι ζωές τους είναι παράλληλες, οι ζωές τους είναι μοναδικές, κρυμμένες πίσω από ένα πέπλο σιωπής και σκέψεων και επιθυμιών και αναγκών – όπως είναι οι ζωές όλων μας. Και πρέπει να έρθει μια στιγμή κρίσης, μια στιγμή ζωής και θανάτου –του τρίτου παιδιού της Ανθής, της μοναχοκόρης της, Εμμανουέλας– για να αρθεί αυτό το πέπλο. Για να δούνε και οι τρεις την αλήθεια κατάματα. Για να καταλάβουν πως τελικά τα πρέπει, τα θέλω, οι υποψίες, οι ανάγκες και οι επιθυμίες είναι πράγματα που τελικά καθορίζουν τη ζωή μας. Δεν υπάρχουν στο μυαλό μας. Ή, για να είμαστε πιο ακριβείς: αν και υπάρχουν στο μυαλό μας, αποτελούν κινητήριες δυνάμεις των πράξεών μας – και έτσι γίνονται αυτά τα ίδια ζωή.

Αν όμως λέγαμε πως η ιστορία του βιβλίου είναι απλώς το παραπάνω ερωτικό τρίγωνο δεν θα αδικούσαμε μόνο τον συγγραφέα, αλλά και την ίδια την ιστορία, που λέει πολλά παραπάνω. Στην πραγματικότητα, το ερωτικό τρίγωνο είναι ο καταλύτης για να διεισδύσουμε στις ζωές των ανθρώπων. Για να μάθουμε πώς σκέφτονται και πώς δρουν, πώς αισθάνονται και πώς ...μεγαλώνουν. Γιατί, τελικά, κατά την ταπεινή μου γνώμη, το μυθιστόρημα του Μάνου Κοντολέων δεν είναι μια ερωτική ιστορία. Είναι μια ιστορία ενηλικίωσης των ενηλίκων.

Τι εννοώ; Εννοώ πως ο Μάνος Κοντολέων έχει κατανοήσει αυτό που λίγοι συγγραφείς νομίζω έχουν κατανοήσει. Πως ο άνθρωπος δεν είναι δεδομένος. Η φράση «αυτός είναι» δεν υπάρχει. Οι άνθρωποι αλλάζουν ανάλογα με αυτά που ζουν. Και όσο πιο έντονα είναι αυτά που ζουν, τόσο πιο δραματικές είναι οι αλλαγές. Η σπουδάστρια Ανθή του 1986 δεν έχει καμιά σχέση με την Ανθή του 2012. Ο μουστακαλής Δημήτρης των νιάτων του δεν είναι ίδιος με τον μεσήλικα Δημήτρη. Ο Μανουήλ, από ένα εγωιστικό πλάσμα που στήνει ολόκληρη πλεκτάνη για να απομακρύνει τον Δημήτρη και να κατακτήσει την Ανθή, δεν είναι ίδιος με τον Μανουήλ που είναι ικανός να προσφέρει ακόμη και τη ζωή του, αν χρειαστεί, στο όνομα του έρωτα.

Και μέσα από αυτούς τους χαρακτήρες, ξεδιπλώνονται παράλληλες ιστορίες. Του πατέρα της Ανθής με το Αλτσχάιμερ, της αυταρχικής μητέρας του Δημήτρη, που η μοναδική της σκληρότητα στην πραγματικότητα κρύβει τη μεγάλη της ανασφάλεια – είναι η άμυνά της για να αντιμετωπίσει έναν κόσμο σκληρό, στον οποίο ίσως να αισθάνεται άβουλη; Δεν ξέρουμε, μα τo υποψιαζόμαστε. Είναι η βαθύπλουτη (και λίγο μακιαβελική) Έλσα Ζάκομπ, είναι οι παράλληλες μικρές ερωτικές περιπέτειες του Δημήτρη, είναι τα παιδιά, η οικογένεια.

Και γύρω από όλα αυτά, ξετυλίγονται τα ερωτήματα της ζωής, από τα οποία, ένα, κατά τη γνώμη μου, είναι κυρίαρχο και αποτυπώνεται στη φράση που βγαίνει απ' τα χείλη του Μανουήλ, καθώς απευθύνεται στην Ανθή: «Κάποτε είχαμε μιλήσει για επιθυμίες... Εγώ είχα πιστέψει πως μπορούσαμε να τις ικανοποιήσουμε... Εσύ πάντα δίσταζες... Φοβόσουνα μήπως τελικά υποτασσόσουνα σε αυτές... Ή πρόδιδες άλλες...» Και αμέσως παρακάτω ξαναλέει: «Δεν έχει νόημα να καταλαβαίνουμε κάτι όταν το ζούμε...» Τελικά, εμείς καθορίζουμε τις επιθυμίες ή οι επιθυμίες διαμορφώνουν το πλέγμα της ζωής μας; Και ακόμη παραπέρα: Έχει νόημα να κατανοήσουμε αυτό το ερώτημα απ' τη στιγμή που ζούμε κάτι ή μήπως... χανόμαστε στη μετάφραση, βάζοντας ερωτήματα αδύνατον ν' απαντηθούν;

Καθώς διάβαζα το βιβλίο του Μάνου Κοντολέων, έπιασα τον εαυτό μου να αναρωτιέται τι είναι η λογοτεχνία; Κάποιοι ίσως να έλεγαν ότι η λογοτεχνία είναι ένα μέσο διασκέδασης, ευχαρίστησης, ένας τρόπος να γεμίζουμε δημιουργικά και όμορφα τον ελεύθερο χρόνο μας. Κάποιοι άλλοι ίσως να έλεγαν ότι η λογοτεχνία πρέπει να σηματοδοτεί κάτι, πρέπει να μπορεί να διεισδύει στα προβλήματα του καιρού, να αφουγκράζεται και να νιώθει την κοινωνία και –γιατί όχι;– να την (συν)καθορίζει.

Για μένα, πριν απ' όλα η λογοτεχνία είναι λέξεις. Νομίζω πως μέσα σε αυτό το βιβλίο, που μας προσφέρει ο Μάνος Κοντολέων, η κάθε λέξη είναι τόσο όμορφα τοποθετημένη δίπλα στην άλλη, με τέτοια προσοχή και τέτοιο μεράκι, ώστε στεναχωριέσαι που το μυθιστόρημα τελείωσε. Ναι, ακόμη κι αν δεν το θέλουμε, γινόμαστε κι εμείς μέρος της ιστορίας, αισθανόμαστε ένας ακόμη χαρακτήρας – και αυτό επίσης δεν είναι μικρό επίτευγμα.

Κλείνοντας κάποιος το βιβλίο, ίσως να αναρωτηθεί: «Μα καλά, εδώ ο κόσμος χάνεται και ο Κοντολέων ασχολείται με τους έρωτες και τα πάθη της Ανθής, του Δημήτρη και του Μανουήλ;» Ίσως να έχω ήδη ακροθιγώς απαντήσει σε αυτό το ερώτημα, αλλά θέλω να το πω ξεκάθαρα: γνώμη μου είναι πως η σημερινή κρίση που όλοι βιώνουμε δεν είναι μόνο κρίση οικονομική. Από εκεί ίσως ξεκίνησε – αλλά πλέον έχει γίνει κρίση ηθική, πνευματική, βαθιά ανθρώπινη. Και αυτή τη διάσταση ο Μάνος Κοντολέων την πιάνει και καταφέρνει να μας τη δώσει με μεγάλη ευκρίνεια. Όπως όλοι οι άνθρωποι, έτσι και οι ήρωες του βιβλίου αποκαλύπτονται στη στιγμή της κρίσης..

Κώστας Τρακόσας - 12 Ιουλίου 2014 – diastixo.gr

 

2. Αθήνα, 1986. Το καλοκαίρι έχει μόλις τελειώσει, η άνοιξη μοιάζει να είναι πολύ μακριά και στην ταράτσα της Σχολής Εφαρμοσμένων Τεχνών η Ανθή αγναντεύει από ψηλά την πόλη των Αθηνών. Πρωτοετής, στο πάρτι καλωσορίσματος των νέων σπουδαστών, καθώς η πολιτική της σχολής στοχεύει στη σύσφιξη των σχέσεων μεταξύ της παλαιάς και της νέας σπουδάζουσας νεολαίας. Και το πετυχαίνει περίφημα. Διότι εκεί, στην ταράτσα της σχολής, η πρωταγωνίστριά μας Ανθή θα γνωριστεί με τον δευτεροετή Δημήτρη και κάπως έτσι θα ξεκινήσει η ερωτική τους περιπέτεια.

«Μυρίζεις σαν την πρώτη μέρα της άνοιξης», της είπε κι εκείνη παρασέρνεται από τη γοητεία του. Είναι αρρενωπός, αλλά επιπόλαιος και ανώριμος, κι η Ανθή δυσκολεύεται μαζί του, καθώς δεν είναι συνηθισμένη στις αντρικές συναναστροφές. Τέλειωσε σχολείο θηλέων που το διευθύνανε καλόγριες, οι οποίες, βέβαια, δεν γνώριζαν ότι η τολμηρή «Ιουστίνη» του Μαρκήσιου ντε Σαντ κυκλοφορούσε από χέρι σε χέρι.

Ο Μάνος Κοντολέων καταφέρνει με τριτοπρόσωπη αφήγηση να μας αποκαλύψει σφαιρικά το σύμπαν των πρωταγωνιστών, κάνοντάς μας να νιώσουμε τις αγωνίες τους, με μια γραφή καλοδουλεμένη, ζωντανή και άμεση, με περιγραφές που κινητοποιούν όλες τις αισθήσεις.

 Οι πρωταγωνιστές της ιστορίας παρουσιάζονται τρισδιάστατοι, σύνθετοι, ο συγγραφέας τούς γνωρίζει σε βάθος γι’ αυτό κι εμείς κατανοούμε τους προβληματισμούς και τα διλήμματα τους, τους συμπαθούμε, τους συμπονάμε.

 Η ερωτική τους σχέση προχωρά και το «ατύχημα» δεν θα αργήσει να συμβεί. Η Ανθή μένει έγγυος, θα μικροπαντρευτεί, θα γίνει μικρομάνα. Θα ακολουθήσει και δεύτερο παιδί. Τα χρόνια θα περάσουν γοργά κι εκείνη θα μεγαλώσει στο πλάι του Δημήτρη, στον άντρα με τον άστατο χαρακτήρα που, όπως όλα δείχνουν έχει ερωμένη. Πλούσια. Μεγαλύτερη απ’ αυτόν. Που κατεργάζεται σχέδια κι αναστατώνει τη ζωή της Ανθής. Πώς να διαχειριστεί μέσα της όλα τούτα;

 Σε αυτή την ιδιάζουσα ψυχολογική κατάσταση, η Ανθή, που αν και δυο φορές μάνα είναι ουσιαστικά αμάθητη στον έρωτα, θα αφεθεί στη σαγήνη του φωτογράφου Μανουήλ. Και τότε θα έρθει αντιμέτωπη με τα διλήμματα και τις ενοχές που φέρνουν οι βαθιές επιθυμίες, αλλά θα το πολεμήσει, διότι είναι μάνα και σύζυγος, άνθρωπος που πνίγει τα θέλω για τα πρέπει, ή μήπως όχι τελικά;

Στις σελίδες του βιβλίου ο χρόνος κυλάει γρήγορα. Τα παιδιά τους θα μεγαλώσουν, οι γονείς τους θα γεράσουν, τα βιώματα της ζωής θα τους αλλάξουν. Κι όταν θα γεννηθεί η κόρη τους, που η μοίρα θα της σταθεί σκληρή, τότε οι πρωταγωνιστές μας θα έρθουν αντιμέτωποι με μυστικά και ψέματα, ζητήματα ζωής και θανάτου. Έχουν, όμως, μεγαλώσει πια και θα τα αντιμετωπίσουν ώριμα, ως λογικά όντα, γνωρίζοντας πλέον τι θα πει ζωή.

Το Δυο φορές Άνοιξη είναι ένα μυθιστόρημα για τον έρωτα και την ποίηση στη ζωή, την ομορφιά και την ειλικρίνεια των ανθρώπων, είναι ένα βιβλίο-μάθημα ζωής.  Ένα ταξίδι που ξεκινάει στα μέσα της δεκαετίες του ’80, στον απόηχο της δολοφονίας του Καλτεζά και του πυρηνικού ατυχήματος στο Τσέρνομπιλ, και φτάνει μέχρι σήμερα, παρουσιάζοντας τις κοινωνικές και οικονομικές μεταβολές του τόπου, εστιάζοντας στην ψυχολογία των ηρώων της ιστορίας μας, τις αιτίες που την προκαλούν, τις ανεκπλήρωτες επιθυμίες, τα διλήμματα και το χρέος που αισθάνονται.

 Ο συγγραφέας παρουσιάζει την πλοκή της ιστορίας εστιάζοντας στις σημαντικές στιγμές της ζωής των πρωταγωνιστών με θεατρικές σκηνές και μεγάλα διαλογικά μέρη. Άλλοτε πάλι επιλέγει να αποκρύψει σημαντικά συμβάντα κάνοντας χρονικά άλματα, μόνο και μόνο για να τα αποκαλύψει την κατάλληλη στιγμή.

 Εν τέλει το Δυο φορές Άνοιξη είναι ένα τρυφερό πολυεπίπεδο ερωτικό μυθιστόρημα. Είναι ρεαλιστικό και ταυτόχρονα μαγικό. Δεν πρόκειται φυσικά για μαγικό ρεαλισμό. Είναι η γραφή, ο τρόπος που έχει ειπωθεί η ιστορία από έναν εξαίρετο παραμυθά, ο οποίος χρησιμοποιώντας τη μαγεία του έρωτα, απογειώνει μια ρεαλιστική ιστορία της διπλανής πόρτας.   

Βαγγέλης Μπέκας - 26 Ιουνίου 2014 - culturenow.gr

 

3. Αναζητώντας την επιθυμία

Υπάρχουν συγγραφείς που δεν χρειάζονται συστάσεις. Τους έχεις διαβάσεις ξανά και ξανά ή κάποιος σου έχει μιλήσει για αυτούς και σκοπεύεις κάποια στιγμή να διαβάσεις κάτι δικό τους. Μία τέτοια περίπτωση είναι και ο Μάνος Κοντολέων: παιδική λογοτεχνία, εφηβική (τα «Γεύση πικραμύγδαλου» και «Μάσκα στο φεγγάρι» είναι αγαπημένα βιβλία της εφηβείας μου), μυθιστορήματα για ενήλικες.

Το τελευταίο του μυθιστόρημα είναι μία ερωτική ιστορία που ξεκινάει το φθινόπωρο του 1986, όταν η νεαρή Ανθή γνωρίζει σε ένα πάρτι της σχολής της τον Δημήτρη. Οι δυο τους θα ερωτευτούν και μία αναπάντεχη εγκυμοσύνη οδηγεί σε έναν εσπευσμένο γάμο. Ο Δημήτρης αρχίζει να δημιουργεί σπουδαία πράγματα στη δουλειά του και η Ανθή φροντίζει την οικογένειά τους – έχουν αποκτήσει ακόμα ένα παιδί. Η μαγεία, όμως, της σχέσης τους έχει χαθεί και κάποια στιγμή η Ανθή ανακαλύπτει ότι ο άντρας της έχει ερωμένη. Οι ισορροπίες στο γάμο διαταράσσονται. Και λίγο αργότερα, η Ανθή θα προσπαθήσει να ικανοποιήσει τις δικές της επιθυμίες: να δημιουργήσει, να εργαστεί, να νιώσει ποθητή. Και… θα ερωτευτεί ξανά, έναν άντρα γεμάτο ταξίδια και θάλασσα, τον φωτογράφο Μανουήλ, αλλά όταν θα έρθει η ώρα δεν θα τον ακολουθήσει. Επιλέγει να μείνει με την οικογένειά της στην οποία θα προστεθεί ένα τρίτο παιδί, ένα κορίτσι. Ο χρόνος περνά, αλλά οι συνέπειες των επιθυμιών δεν χάνονται. Οι τρεις πρωταγωνιστές θα συναντηθούν ξανά δώδεκα χρόνια αργότερα για να σώσουν τη ζωή ενός παιδιού που κινδυνεύει.

Μία ερωτική ιστορία, λοιπόν. Ένα ερωτικό τρίγωνο που μπορεί να έχουμε συναντήσει κι αλλού, μία ιστορία με πρωταγωνιστές ανθρώπους απλούς, συνηθισμένους. Κι όμως, δεν είναι κοινότυπη, δεν είναι βαρετή. Η μουσικότητα της γλώσσας, η γνησιότητα των χαρακτήρων και αγωνία για την έκβαση της ιστορίας καθηλώνουν τον αναγνώστη. Μα πάνω από όλα νομίζω ότι αξίζει να διαβαστεί για την προσοχή που δίνει ο συγγραφέας στον κεντρικό χαρακτήρα του, την Ανθή. Με κατανόηση και τρυφερότητα ακολουθεί τα μονοπάτια που εκείνη διαλέγει και παρουσιάζει ως απαραίτητη την ανάγκη της να γνωρίσει τον εαυτό της, να καλύψει τις ανάγκες της και να κυνηγήσει τις επιθυμίες της. Δεν τη λυπάται, δεν την κρίνει, τη σέβεται.

Το «Δύο φορές άνοιξη» είναι, εκτός από μία ιστορία αγάπης, και μία ιστορία για τα όνειρα και τις επιθυμίες. Διαβάζεται με μία ανάσα και όταν τελειώνει σου αφήνει μία γλυκόπικρη γεύση…

Αφροδίτη Δημοπούλου - 25.07.2014 – diavasame.gr

Δείτε όλες τις παρουσιάσεις-κριτικές βιβλίων

Copyright 2018   Δ.ΜΑΥΡΟΜΑΤΑΚΗΣ-Γ.ΖΗΣΟΥΔΗΣ Ο.Ε. All rights reserved
Όροι Χρήσης  |  Δήλωση Απορρήτου