Κατηγορίες

Ευρετήριο Εκδοτών - Κατασκευαστών

Εγγραφείτε στο Ενημερωτικό Δελτίο
Παρακαλώ εισάγετε το e-mail σας:


Bestsellers
 




SSL
SSL


TOP 100 BEST GREEK SITES






Παρουσίαση – κριτική του βιβλίου «Ο θησαυρός του χρόνου» -16/12/2014

Δείτε όλες τις παρουσιάσεις-κριτικές βιβλίων

Παρουσίαση – κριτική του βιβλίου «Ο θησαυρός του χρόνου»

 

Λίγα λόγια για το βιβλίο

... Τον περισσότερο καιρό πίνοντας και κουτσοπίνοντας άκουγα με δέκα αυτιά αυτές τις ιστορίες που, είτε γνήσιες είτε πλαστές, είχαν ένα ενδιαφέρον για μένα, που ζητούσα να ξεφύγω από τη δική μου ιστορία. Μία μόνο προϋπόθεση έθετα: αυτός που τις έλεγε να ξέρει να τις αφηγείται, να σε μεταφέρει αλλού και να σου εξάπτει τη φαντασία. Τότε με έκαναν να θέλω να πω κι εγώ μια ιστορία. Μα εγώ, βλέπεις, προτιμώ να τις γράφω... Ένα μυθιστόρημα για την απώλεια. Την απώλεια όχι μόνο ενός ανθρώπου, αλλά και την απουσία που αυτή συνεπάγεται. Μια αφήγηση ανάμεσα στην παραίσθηση και στην άγρια πραγματικότητα. Μια περιπέτεια που οδηγεί στην αναζήτηση και απόκτηση ενός θησαυρού. Να είναι τάχα αυτός ο θησαυρός του χρόνου;

 

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα

Ο Μένης Κουμανταρέας (1931-2014), από τους σημαντικότερους συγγραφείς της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς της ελληνικής πεζογραφίας, γεννήθηκε στην Αθήνα. Το 1949 αποφοίτησε από το Πρότυπο Λύκειο Αθηνών, χωρίς να ακολουθήσει συστηματικές πανεπιστημιακές σπουδές. Εργάστηκε επί είκοσι χρόνια σε ναυτιλιακές και ασφαλιστικές εταιρείες. Το 1961 άρχισε να συνεργάζεται με το περιοδικό "Ταχυδρόμος", και το 1962 εμφανίστηκε στη λογοτεχνία με τη συλλογή διηγημάτων "Τα μηχανάκια". Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας συμμετείχε στην αντιστασιακή έκδοση "18 Κείμενα" και οδηγήθηκε τρεις φορές σε δίκη βάσει του νόμου "περί ασέμνου δημοσιεύματος" για το έργο του "Το αρμένισμα"- ωστόσο, το 1972 πήρε την υποτροφία RAAD για το Βερολίνο. Μετά το 1982 ασχολήθηκε αποκλειστικά με τη συγγραφή και τη μετάφραση· μετέφρασε, μεταξύ άλλων, έργα των Λιούις Κάρολ, Έντγκαρ Άλαν Πόε, Έρνεστ Χέμινγουεϊ, Ουίλιαμ Φώκνερ και Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ. Τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος (1967, για το "Αρμένισμα") και δύο φορές με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος (1976, για τη "Βιοτεχνία υαλικών" και, 2002, για το "Δυο φορές Έλληνας"), καθώς και με το Βραβείο του Ιδρύματος Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών για το σύνολο του έργου του, το 2008. Ήταν ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων. Τη δεκαετία του 1980 διετέλεσε μέλος του ΔΣ της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Βιβλία του μεταφράστηκαν σε δεκατρείς γλώσσες: αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ιταλικά, ισπανικά, πορτογαλικά, αλβανικά, τουρκικά, ολλανδικά, ρωσικά, εσθονικά, λετονικά, εβραϊκά, και διηγήματά του σε διάφορες άλλες (κινεζικά, τσεχικά, κ.ά.). Το πιο πολυμεταφρασμένο βιβλίο του στο εξωτερικό είναι η "Κυρία Κούλα", ακολουθούμενη από τη "Βιοτεχνία υαλικών", το "Η μυρωδιά τους με κάνει να κλαίω", τη "Φανέλα με το εννιά" και τον "Ωραίο λοχαγό", σύμφωνα με την ιστοσελίδα www.ekebi.gr. Έφυγε από τη ζωή με αδόκητο τρόπο: βρέθηκε δολοφονημένος στο σπίτι του στην Κυψέλη, κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες, τα ξημερώματα της 6ης Δεκεμβρίου 2014.

 

Συνέντευξη του συγγραφέα

Μένης Κουμανταρέας: Όλοι μας έχουμε μια σκοτεινή πλευρά

Συνέντευξη στον Γιάννη Ν. Μπασκόζο

Μια συνέντευξη – ποταμός για το νέο του βιβλίο «Θησαυρός του χρόνου «(Πατάκης), για τη γραφή, το σεξ, την διπλή υπόσταση του ανθρώπου.

(φωτό: Άρτεμις Μανούκη)

Το νέο σας βιβλίο είναι ένας απολογισμός ζωής. Αισθανθήκατε την ανάγκη να κάνετε έναν απολογισμό;

Δεν έχετε άδικο, είναι απολογισμός αλλά ταυτόχρονα και αυτό-θεραπεία. Ένας είδος εξομολόγησης και αυτό-κάθαρσης. Το βιβλίο το άρχισα όταν η γυναίκα μου η Λιλή ήταν στην αρχή της αρρώστιας. Το έγραφα με προσοχή και με δέος. Είναι τρομερό να παρακολουθείς την πορείας ενός αρρώστου και ταυτόχρονα να παρακολουθείς τις σκέψεις μέσα στη δημιουργία ενός μυθιστορήματος. Πολλές φορές αυτά συγκρούονται.

Είναι ένα τολμηρό βιβλίο καθώς το alter ego σας ζει μια διπλή σεξουαλική ζωή, ως αρσενικό και ως θηλυκό….

Θέλει ένα σθένος να τα πεις αυτά τα πράγματα  αλλά η ανάγκη να το κάνεις είναι μεγαλύτερη από το φόβο. Έναν φόβο που τον είχα για λίγους φίλους. Μια φίλη μου είπε είναι ένα τολμηρό βιβλίο, όχι για τα σεξουαλικά αλλά για τον τρόπο που το προχωράς . Ούτε νομίζω ότι κάνω κατάχρηση με τα σεξουαλικά. Το βλέπω πιο πολύ σαν μια νωπογραφία μεταναστών. Γιατί αυτοί είναι που έχουν ανάγκη από χρήματα και βρίσκουν τους ανθρώπους που έχουν ανάγκη από σεξ.

Ο ήρωας που είναι ανδρόγυνος, τον βλέπετε σαν εξαίρεση του κανόνα;

 Δεν πιστεύω ότι είναι εξαίρεση, δεν το λέω με βεβαιότητα. Το λέω και μέσα στο βιβλίο. Κάπου ο αφηγητής λέει ότι «μου είναι αδιανόητο να ζήσω με έναν άνθρωπο, που αγαπώ χωρίς αυτός να ξέρει τον διπλό σεξουαλικό προσανατολισμό μου». Έχω ένα φίλο που ζει αρμονικά με τη γυναίκα του και η γυναίκα του δεν ξέρει τίποτα. Όμως να ξέρετε οι γυναίκες είναι σοφές γάτες , ξέρουν τα πάντα.

Ο ήρωας διαχωρίζει το σεξ και την αγάπη. Το συμμερίζεστε;

Βέβαια. Υπάρχουν σεξουαλικοί σύντροφοι που αρχίζεις και τους αγαπάς ως ανθρώπους αν συνεχίσει η σχέση σου μαζί τους. Δεν είναι όμως αγάπη, είναι κατανόηση, φιλία, γιατί ανάμεσα σε άντρες μπορεί να αναπτυχθεί φιλία , στις γυναίκες αποκλείεται. Αν ο άντρας αλλαξοπιστήσει η γυναίκα γίνεται τίγρης.

 Ο ήρωας κυνηγώντας αγόρια πολλές φορές μπλέκει σε περίεργες καταστάσεις. Παθαίνει αλλά δεν μαθαίνει. Είναι  έτσι και στην πραγματικότητα, ας πούμε ότι είναι ίδιον του έρωτος αυτό…

Ναι, κατά Καβάφη..

Ο ήρωας τελικά έχει μια υπαρξιακή διχοστασία , δύο μισά και δεν μπορεί να τα ελέγξει. Πόσο εύκολο είναι αυτό να το ζει κανείς;

Αυτό είναι το λιγότερο. Οι άνθρωποι είναι διχασμένοι σε πάρα πολλά πράγματα, δεν προέρχονται όλα από τη σεξουαλική ζωή. Δεν ζούμε πια στην εποχή του Φρόιντ , η διαίρεση του ατόμου ανάμεσα σε δύο επιθυμίες, σε δύο ζωές, ή σε δύο σεξουαλικές ζωές ακόμα σε δύο ιδέες είναι υπαρκτή.

Σας απασχολεί ο χρόνος , το βιβλίο σας είναι μια αναπόληση της ζωής σας. Παλιότερα δεν σας απασχολούσε ο χρόνος;

Εάν δεν με απασχολεί εμένα, ο χρόνος ασχολείται με μένα. Δεν γλυτώνεις. Στον τίτλο του βιβλίου η έμφαση είναι στη λέξη θησαυρός.  Ο τίτλος έχει πάντα σημασία, είναι το δυσκολότερο πράγμα, εκτός αν τον έχεις βρει από την αρχή ,ας πούμε όπως εγώ στον Ωραίο λοχαγό.. .

Βοηθάει αυτό;

Τίποτα δεν βοηθάει αν δεν στρωθείς να γράψεις. Μόνον εσύ βοηθάς τον εαυτό σου. Ποτέ δεν διάβαζα σε φίλους και συγγενείς τα πράγματα που έγραφα. Μόνον όταν άρχιζα να είμαι σίγουρος ζητούσα τη γνώμη των άλλων.

Σας έχει τύχει να σας αλλάξουν τη γνώμη;

Όχι, γιατί όταν αποφασίζω να τους το διαβάσω έχει πάρει μια τέτοια φόρμα που έχει στερεοποιηθεί, στις λεπτομέρειες φυσικά αλλάζω πράγματα. Ακούω τις παρατηρήσεις των  φίλων, αλίμονο αν κανείς δεν ακούει γιατί αλλιώς είσαι τόσο σίγουρος όσο ο Ναπολέων.

 Στο βιβλίο σας λέτε ότι θα μπορούσατε να έχετε γίνει πιανίστας;

Ο αφηγητής στο βιβλίο, όπου εν μέρει είμαι εγώ αλλά εν μέρει δεν είμαι. Ο αφηγητής ξέρει πιάνο που εγώ δεν ξέρω. Είμαι δεμένος με τη μουσική την κλασική αλλά δεν αγνοώ τον Χατζιδάκη, τον Ξαρχάκο και τους νεότερους, τον Αλκίνοο Ιωαννίδη. Η τζαζ με ενδιαφέρει λιγότερο αλλά καμιά φορά με παρασέρνει. Τα ρεμπέτικα, που μου τα ΄μαθε ο Χατζιδάκις επίσης μ΄αρέσουν. Με τη διαφορά που έχουν μεταφερθεί στα σαλόνια, όπως ο Τσαρούχης. Όταν ο Τσαρούχης ζωγράφιζε τους γυμνούς άντρες  οι αστοί λέγανε :”πώ πω τι είναι αυτά!» , τώρα τρέχουν να τα βάλουν στα σαλόνια τους. Οι ρεμπέτες ήταν διωγμένοι και από την αριστερά και από την δεξιά. Παρόλα αυτά επειδή έχω κάνει μια βδομάδα ομηρίας στο Περιστέρι το ΄44 είδα τις ελασίτισσες να χορεύουν ζειμπέκικα και με μεγάλο πάθος μάλιστα. Τα τραγούδια δεν έχουν ιδεολογίες, ή μπορεί να έχουν όταν βγαίνουν, όταν ακούς  σήμερα το γελαστό παιδί δεν σκέπτεσαι τους αγώνες του 60, ίσως το θεατρικό έργο του Μέρταν Μπίαν. Μ΄αρέσουν πολλά είδη μουσικής. Έχω αδυναμία, ίσως, να καταλάβω τον Ιάννη Ξενάκη, εκτός από λίγες στιγμές…και θυμάμαι ότι είχαν κατηγορήσει τον Μάνο ότι δεν ξέρει να διευθύνει κι αυτός διεύθυνε στις Βρυξέλλες Ξενάκη και τους αποστόμωσε.

Σήμερα ο Μάνος Χατζιδάκις έχει την ίδια επίδραση.

Εξαρτάται για αυτούς που ακούνε αυτά τα απαίσια τραγούδια που βάζουν οι καφετέριες, που τα ακούς και φεύγεις τρέχοντας, αυτοί δεν θα τον ακούσουν ποτέ. Η νεολαία που ακούει σύγχρονη μουσική ραπ ή τι άλλο νομίζω ότι ακούνε. Με την πάροδο του χρόνου ο Μάνος Χατζιδάκις έχει αποκτήσει ένα φωτοστέφανο ως μουσικός, είναι ένας άγιος της μουσικής και του αξίζει.

Τι σας κάνει να φυλάτε για χρόνια βιβλία στο συρτάρι, όπως τις «Αλεπούδες του  Γκόσπορτ» ή το «Θάνατος στο Βαλπαραίζο;;

Δεν χρειάζεται να βγάζεις συχνά βιβλία, είναι αμηχανία . Ο Βασίλης Βασιλικός με έσπρωχνε χρόνια να βγάλω το «Θάνατο στο Βαλπαραίζο»…

Ο Θάνατος στο Βαλπαραίζο είχε ένα πολιτικό θέμα, η πολιτική υπεισέρχεται  στα βιβλία σας;

Ναι, υπεισέρχεται με έναν τρόπο κοινωνικό. Δεν ανήκα ποτέ σε ένα κόμμα. Δεν υπερασπίστηκα ποτέ ένα κόμμα αλλά ούτε και λοιδόρησα ένα κόμμα. Εκτός αν έχεις έναν ήρωα και θέλεις να τον κάνεις παθιασμένο με τα πολιτικά. Η πολιτική έρχεται μόνη της. Ένα μυθιστόρημα που αγκαλιάζει ένα κοινωνικό γίγνεσθαι είναι ταυτόχρονα και πολιτικό μαζί. Δεν μπορείς να εξαιρέσεις την κοινωνική ατμόσφαιρα. Ναι, και στο παρόν βιβλίο μου υπάρχει η Αθήνα της κρίσης. Δεν το κάνω για να μοιάσω σε εκείνους όλους που θέλουν να δοξαστούν μέσω της κρίσης. Διότι όταν ο ήρωας μου βλέπει τρεις ανθρώπους να μάχονται μεταξύ τους για τη λεία από τα σκουπίδια και ο περιπτεράς να κοιτάζει σαν διαιτητής . Για μένα το βασικό είναι η ατμόσφαιρα σε ένα βιβλίο. Αν δεν έχεις ατμόσφαιρα έχεις χάσει ένα μέρος του βιβλίου, δεν φτάνει να έχεις δυο τρεις καλούς χαρακτήρες και μια καλή πλοκή. Τι να την κάνεις την πλοκή αν ο αναγνώστης δεν είναι εκεί. Να βλέπει σαν σε οθόνη αυτά που γίνονται; Υπάρχουν κι αναγνώστες που λόγω διαδικτύου και τηλεόρασης εικονοποιούν τη λογοτεχνία, πράγμα που στην αρχή με θύμωνε αλλά τώρα το βρίσκω φυσιολογικό.

 Παρατήρησα ότι οι περισσότεροι ήρωες με την οποία ξεκινάτε το βιβλίο σας είναι αυτοί με τους οποίους κλείνει. Νοσταλγία, ίσως;

Με μουσικούς όρους είναι ένα μοτίβο επαναλαμβανόμενο με το οποίο κλείνει κάπως το βιβλίο. Βέβαια το βιβλίο κλείνει με το σκληρό  αγόρι που απαγγέλει το «κατηγορώ της υγείας»…

 Σας αρέσει ακόμα η ποίηση;

Πιστεύω πολύ στην ποίηση, και στην ανάγνωσή της αλλά μ΄αρέσει και το πεζό όταν διαβάζεται ωραία. Χειρότερα διαβάζουν οι ηθοποιοί. Οι ηθοποιοί το παίζουν , οι συγγραφείς μπορούν να αποδώσουν την ατμόσφαιρα. Το ζήτημα είναι να αποδώσεις τον εσωτερικό ρυθμό του κειμένου. Εγώ δεν μπορώ να συνεχίζω να γράφω ή να διαβάσω αν δεν μπορώ να έχω ως χαλί τον δικό μου εσωτερικό ρυθμό.

Στο βιβλίο σας συναντάμε περίεργους ανθρώπους , όπως ο Ροβεσπιέρος…

Α, ναι  ο άνθρωπος στο μπαρ που είναι ρέκτης μικρών αγοριών αλλά δεν πηγαίνει μαζί τους. Όποιος πάει με τον Ροβεσπιέρο πεθαίνει.  Αυτό τον άνθρωπο τον συναντώ καμιά φορά, στα μπαρ, αλλά δεν ξέρει ότι τον έχω κάνει μυθιστορηματικό ήρωα, ούτε και μπορεί να το καταλάβει. Είναι μεταφορικά ένας ψυχοπομπός…

Γιατί τον ονομάσατε Ροβεσπιέρο, έναν ήρωα της γαλλικής επανάστασης;

Όλες οι επαναστάσεις περίεργες είναι. Από τη Γαλλική επανάσταση έμεινε το Liberté, Égalité, Fraternité κλπ Όλες είχαν άδοξο τέλος η έσβησαν ή κόπηκαν. Ποιος θα περίμενε το 1987 ότι η επανάσταση του 1917 θα τελείωνε;

Πώς διαλέγετε τους ήρωες σας;

Ο καθένας μπορεί να γίνει ένας μυθιστορηματικός ήρωας. Απλώς είναι κοιμισμένοι, όπως οι βασιλοπούλες.  Πρέπει να τις φιλήσει ο συγγραφέας. Αλλά δεν έχω διάθεση να φιλάω οποιονδήποτε. Θεωρώ το φιλί πολύ ακριβό πράγμα για να το δίνω όπου να είναι.

Που βρίσκετε τους ήρωες σας;

Κάποιος «έξυπνος» μου είπε κάποτε, «πας στα μπαρ για να βρεις ήρωες». Του απάντησα: «είσαι χαζό ς, πάω στα μπαρ για να πιω, να μιλήσω με ανθρώπους, να διασκεδάσω. Τι είναι οι ήρωες; ψάρια να τα ψαρέψεις!”

Τι χρειάζεται να έχει ένας συγγραφέας;

Τα δύο συστατικά της πεζογραφίας είναι η παρατηρητικότητα και το άλλο η φαντασία. Συν το χρόνω αποκτάς κι άλλα εφόδια όπως είναι το χιούμορ όπου μια κατάσταση δραματική να μπορείς να τη δώσεις με χιούμορ χωρίς να χάσει το βάρος της…

Ο Καμικάζι, είναι στο βιβλίο ο πιο συμπαθής ήρωας σας…

Είναι πράγματι σε ανθρώπινο επίπεδο. Ο  ένας θαυμάζει τον άλλον, ο καμικάζι είναι ένα δαιμόνιος νεαρός που σέβεται  τον ηλικιωμένο ήρωα μου γιατί βλέπει ότι δεν είναι αδιάφορος για την νεότητα.

 Θαυμάζετε τους νέους;

Υπάρχει μια νεολατρεία, ωραία σώματα, ωραία χτενίσματα, δεν συμφωνώ. Γι αυτό βλέπεις πολλούς νέους να φέρονται αγενώς. Από την άλλη τους συμπονώ, η εφηβεία είναι η πιο δύσκολη περίοδος της ζωής του ανθρώπου. Αν ήθελα να ξαναγίνω νέος θα άρχιζα από τα 30.Αν ξαναγυρνούσα πίσω θα ήθελα να αρχίσω τη ζωή μου από τα 30. Υπάρχουν και “νέοι- γέροι” όπως τους έλεγε ο Χατζιδάκις που δεν αισθάνονται νέοι και δεν ζουν ως νέοι..

Σας εμπνέει το παρελθόν;

 Δεν μ΄αρέσει να γυρίζω στο παρελθόν…Βέβαια το παρελθόν είναι μια ανεξάντλητη δεξαμενή για να γράψει κανείς. Ο Ρεμπώ έγραψε σε ηλικία 16 ετών, για τον παρόντα του χρόνο. Βλέπεις μερικούς που αρχίζουν και σου λένε όλο ιστορίες από το παρελθόν…

Ο συγγραφέας είναι σαν τη μοδίστρα λέτε κάπου..

Ναι, κόβει και ράβει..

Κάτι που ήδη υπάρχει…

Ναι, αλλά δεν εννοώ λογοκλόπος. Μπορεί να πάρει μια παλιά ιστορία και να την δει αλλιώς, γιατί κάτι του λέει, κάτι τον πονάει. Λογοκλόπος είναι όταν το κείμενό του είναι σχεδόν πανομοιότυπο με το άλλο. Βέβαια η λογοκλοπή στη λογοτεχνία όπως και στη μουσική είναι γεγονός.  Το ζήτημα είναι να το δηλώνεις όπως ο Χατζιδάκις. Ύστερα υπάρχουν και οι επιρροές, όταν ο ένας επηρεάζεται από τον άλλον .

Η διακειμενικότητα πώς σας φαίνετε , το να ενσωματώνεις κείμενα άλλων στο δικό σου;

Μοντερνιά ή ποστ-μοντερνιά

Θέλετε να σχολιάσετε τους νέους συγγραφείς;

Το πλεονέκτημα είναι ότι ως νέοι έχουν ένα καινούργιο βλέμμα στον κόσμο, οι πιο προσεκτικοί γράφουν καλά. Κάποιοι βιάζονται, ακούω να λένε ότι το γράφουν μια κι έξω, δεν έχουν αντιληφθεί ότι τα πολυτιμότερα συστατικά ενός γραπτού βγαίνουν με την επεξεργασία. Ο αγώνας του συγγραφέα είναι από την αρχική ιδέα να ανέβει παραπάνω. Και υπάρχουν πολλοί νέοι αξιόλογοι …Π.χ. ο Τσίρμπας στο «Βικτώρια δεν υπάρχει», όταν το πρωτοδιάβασα ήμουν έξω φρενών γιατί νόμιζα ότι παραποιεί την αγαπημένη μου πλατεία Βικτωρίας, αργότερα είδα σε αυτόν πολύ ωραίες σκηνές. Όπως   ο Χρ.Οικονόμου ή η Γαλάτεια Ριζιώτη, η οποία είναι μοναδική στο να δίνει μια δραματική κατάσταση με σχεδόν σουρεαλιστικό τρόπο…και υπάρχουν πολλοί άλλοι.

Ποιους συγγραφείς αγαπάτε….

Τον Ιωάννου, τον Ταχτσή. Σήμερα τον Βασιλικό και τον Βαλτινό. Είναι οι δύο κορυφαίοι. Ο Βαλτινός έχει μια βραχυλογία και μια δωρική γλώσσα που δεν την έχω. Ο Βασιλικός έχει το ταλέντο να σου βγάλει από ένα γεγονός, ένα ντοκουμέντο, μια καλή λογοτεχνία. Βέβαια όλοι, κι εγώ, μπορούμε κάποια στιγμή να αποτύχουμε.

Έχω την αίσθηση ότι σήμερα γίνεσαι εύκολα συγγραφέας ή όχι;

Δύσκολο παλιά να γίνεις συγγραφέας. Σήμερα οι εκδότες βγάζουν πολύ εύκολα κι αυτή λογική οδηγεί σε χαράδρα. Βγάζει όλες αυτές τις κυρίες της ροζ λογοτεχνία που χορεύουν τον χορό του Ζαλόγγου χωρίς να δοξάζονται.

Έχει τύχει να βαρεθείτε ένα βιβλίο;

Πολλές φορές έχω βαρεθεί να βιβλίο. Προσπαθώ όμως να νιώσω τον συγγραφέα. Μερικές φορές συνεχίζω για να ανακαλύψω ωραία πράγματα, όπως πρόσφατα μου συνέβη με τον Βάλζερ.

Έχουν πει ότι εμείς σα χώρα δεν έχουμε αστικό μυθιστόρημα, επειδή δεν είχαμε ποτέ εθνική αστική τάξη, το πιστεύετε;  

Το πίστευα παλιότερα. Mια χαρά μπορεί να γράψει κάποιος ένα μυθιστόρημα. Είμαστε μια μεγαλούπολη, με κοινωνικές, τάξεις, προοπτική. Να προσθέσω ότι η Αθήνα έχει υποστεί πολλά πλήγματα, θα τα δεις  αρκεί να περπατήσεις την Σταδίου. Πιστεύω ότι όλα θα φτιάξουν αλλιώς οδηγούμαστε σε έναν μηδενισμό. Και  θα φτιάξουν όλα όταν  όλοι οι μετανάστες, έλληνες και ξένοι αγαπήσουν αυτή την πόλη.

 Ζούμε, όπως λένε πολλοί, όμως μια αντιπνευματική εποχή;

Δεν συμφωνώ, στους ανθρώπους εναπόκειται να οδηγήσουν σε ένα καλό .Ακούμε τόσα παραμύθια, πληροφορίες, ειδήσεις από μακριά, τα ζούμε όλα αυτά χωρίς να τα αισθανόμαστε. Οι λίγοι που διατηρούν φωτεινό το μυαλό και δημιουργικά τα χέρια τους θα αποδείξουν ότι όλα αυτά είναι περαστικά. Το κακό πάντα θα βρίσκει τρόπο να μπει στην ανθρώπινη κοινωνία, όλοι μας εξάλλου έχουμε και μια σκοτεινή πλευρά, οι περισσότεροι δεν το ξέρουν. Οι άνθρωποι που γράφουν, ζωγραφίζουν και οι καλοί αναγνώστες το ξέρουν…

16 Νοεμβρίου, 2014 - oanagnostis.gr

 

Κριτικές για το βιβλίο

1. Αποκαλυπτικό, τολμηρό και ταυτόχρονα έμελλε να είναι, δυστυχώς, προφητικό το τελευταίο μυθιστόρημα του Μένη Κουμανταρέα που κυκλοφόρησε πολύ πρόσφατα από τις εκδόσεις Πατάκη και μιλάει για την απώλεια, για την οδύνη της απουσίας, για τον κερδισμένο χρόνο, για το πέρασμα του χρόνου και το μοίρασμά του ανάμεσα σε ίσκιους και αναμνήσεις από μια περασμένη ζωή.


«…εγώ με τα τωρινά γκρίζα μου αραιά μαλλιά είμαι πια σε ηλικία να τα αναπαράγω όλα, ομολογημένα κι ανομολόγητα-ιδίως αυτά- σαν να πρόκειται για τα τελευταία σημάδια που θ’  αφήσω πίσω μου…»

Μένης Κουμανταρέας


Πρωταγωνιστές αυτού του βιβλίου δεν είναι μόνο ο συγγραφέας-αφηγητής και ο φασματικός φίλος του, ούτε η άρρωστη γυναίκα του που σβήνει δίπλα του, πάνω στο κρεβάτι της. Είναι κυρίως η παλιά φορητή γραφομηχανή Olivetti Lettera 22 και η φυστικί ανοιξιάτικη αχρησία της. Το πιάνο Bösendorfer και η αταλάντευτη σιωπή του. Η άρια «Εri tu» του «Χορού μεταμφιεσμένων» του Βέρντι που τραγουδά ο σκιώδης φίλος του συγγραφέα και η εμμονή του στα εγγλέζικα κοστούμια. Ο θάνατος που παραμονεύει να αρπάξει την άρρωστη γυναίκα και η πορεία της προς το θάνατο. Το κόκκινο κανατάκι που παραμένει πάντα γεμάτο με νερό δίπλα της. Ο συμβολισμός των χρωμάτων και των ήχων, σαν  ανάμνηση περασμένης ζωής , μέσα στο προδομένο από το χρόνο σπίτι και η σιωπή που συνοδεύει μια βαθιά ενδοσκόπηση του συγγραφέα τις στιγμές που η απώλεια πλησιάζει κοντά του με ταχύτατο μάλιστα ρυθμό.

Το βιβλίο γράφεται εξαιτίας της άρρωστης γυναίκας. Ή καλύτερα, γράφεται για την απώλεια που θα φέρει η αρρώστια της. Λες και η εξιλέωση θα έρθει μέσα από τη μνήμη, όταν το τέλος φτάσει. Ο συγγραφέας γνωρίζει ότι εκείνη δεν πρόκειται να το διαβάσει ποτέ όμως συνεχίζει την αναπόληση της κοινής τους ζωής από τις πρώτες στιγμές της γνωριμίας τους. Η γυναίκα με τα  πράσινα μάτια και τις όμορφες γάμπες που θα γινόταν γυναίκα του, έστω κι αν εκείνος, ήταν ξεκάθαρο πλέον, θα αναζητούσε ηδονικές εξόδους σε ύποπτους χώρους με αρσενικούς συντρόφους το βράδυ, χορτασμένος αγάπη και οικογενειακή ζωή μαζί της τα πρωινά.

Καλοστημένη  βιτρίνα οικογενειακής ζωής για να κρύβονται οι σκιές της νυχτερινής παρασπονδίας που χρειάζεται, όπως εξομολογείται για να δίνει τροφή στην τέχνη του ή μια συντροφική σχέση που απαλύνει το φόβο, τις αδυναμίες και εν τέλει τις αμφίρροπες και αμφίσημες προτιμήσεις του; Ο Κουμανταρέας δεν αφήνει περιθώρια να σκεφτούμε τίποτε άλλο εκτός της συντροφικότητας και της αγάπης  να τον συνδέει με τη γυναίκα που έχει ήδη μπει στο μονοπάτι της απουσίας και φεύγει σιγά-σιγά από κοντά του.

Μοιάζει να αποτελεί η Λιλή του ένα χάδι ψυχής που τόσο έχει ανάγκη όταν επιστρέφει από τις βραδινές περιπλανήσεις του στα φτηνά μπαρ και στα ακόμη χειρότερα ξενοδοχεία. Άλλωστε η σχέση είναι ξεκάθαρη. Η Λιλή γνωρίζει τα πάντα και τελικά  τα αποδέχεται. Ο συγγραφέας γράφει: «Μου είναι αδιανόητο ότι υπάρχουν άντρες που μια ζωή κρύβουν από τη σύντροφό τους ότι πιθανώς να ποθούν έναν άλλον άντρα. Το ότι παντρεύτηκα για να κλείσω τα στόματα και να βολευτώ είναι το μεγαλύτερο ψέμα».

Όσο για τη σκοτεινή πλευρά της ζωής του τη θεωρεί εντελώς αναγκαία. Ένα στάδιο πριν την αληθινή δημιουργία, ένα σκοτάδι απαραίτητο για να γεννηθεί το φως που κουβαλά μέσα του, προϋποθέσεις για την ψυχική ανάταση που χρειάζεται για να δημιουργήσει: «Πότε γράφω και παίζω μουσική καλύτερα; Μετά από ασωτίες, ντράβαλα και απιστίες. Λες και αυτά να είναι προϋποθέσεις για ανάταση ψυχής και δημιουργία. Κακούργα τέχνη!»

 Η ατμόσφαιρα του βιβλίου είναι δραματική και ταυτόχρονα σκοτεινή. Ο συγγραφέας βρίσκεται ανάμεσα σε δυο κόσμους αντιφατικούς. Ο ίδιος έχει περάσει μια ολόκληρη ζωή εκεί και τα συναισθήματά του μοιάζουν γίνονται η  νοσταλγική αναμέτρηση με το χρόνο, ο απολογισμός για όλα όσα του πήρε ή του έφερε.

Ο τρίτος πρωταγωνιστής αυτού του βιβλίου είναι εκείνη η προσωπικότητα που εμφανίζεται μπροστά του μέσα στη σκόνη του χρόνου ή άλλοτε χάνεται μέσα σ’ αυτή. Ο «Παλαιός των ημερών», όπως αποκαλεί ο αφηγητής την οπτασία του κ. Αναγνωστόπουλου ή Αναγνώστου, όπως ονομάζεται ο προκάτοχός του στη δουλειά που επιμένει να εμφανίζεται πάντα καλοντυμένος, λατρεύει την όπερα και καπνίζει ακριβά τσιγάρα. Είναι εκείνος που θα οδηγήσει τον αφηγητή σε ομόφυλους κόσμους, σε βρώμικα ξενοδοχεία και σε οίκους ανοχής, σε χώρους αγοραίου έρωτα, εκεί όπου νέοι άντρες, πωλούν το σώμα τους για να επιβιώσουν.

Ποιος είναι όμως το φάντασμα αυτό που επανέρχεται από άλλες μέρες; Είναι ο «Παλαιός των ημερών» μια λογοτεχνική μορφή άλλης εποχής, που εμφανίζεται για να τον εισάγει στον κόσμο της αντρικής ομοφυλόφιλης φιληδονίας και ταυτόχρονα της καλλιτεχνικής δημιουργίας; «Ήθελα να δώσω φως και συγκίνηση σε όσους είναι σαν και εμένα καμωμένοι…», έγραφε στις σημειώσεις του ο Καβάφης και ο αναγνώστης καταλαβαίνει.
Αυτοβιογραφικό ή βιωματικό το βιβλίο αυτό, έστω σε κάποιο βαθμό, δεν έχει σημασία. Επειδή το βιβλίο αυτό είναι ένας ύμνος για την αμφισημία. Όλα κινούνται μέσα σ’ αυτή. Οι άνθρωποι, οι σχέσεις τους, οι δυνάμεις και οι αδυναμίες τους, οι απόψεις τους, οι συμπεριφορές τους. Ακόμη και η πόλη όπου ζουν, το φως που σβήνει μέσα στο σκοτάδι, η ζωή μέσα στο θάνατο, η έμπνευση που έρχεται πάνω στα βρώμικα αρσενικά σεντόνια ενός φτηνού ξενοδοχείου, ο έρωτας και οι αλήθειες του ή τα δικά του ψέματα και κυρίως οι άνθρωποι και η απώλειά τους μέσα στη σκόνη, τη σκόνη του χρόνου.

Τέσυ Μπάιλα - 9 Δεκεμβρίου 2014 - culturenow.gr

 

2. "Τότε νόμιζα πως ο χρόνος ήταν όλος δικός μου. Μα ως γνωστόν ο χρόνος δεν είναι ποτέ δικός μας, είναι δανεικός".
"Σταυρόλεξο για δυνατούς λύτες ο χρόνος".
"Δεν με παίρνει πια ο καιρός. Όσο πάει και ο χρόνος γίνεται χρυσάφι. Θησαυρός".

Μερικές μόνο αποφθεγματικές διατυπώσεις από όσες αφθονούν στο τελευταίο βιβλίο του Μένη Κουμανταρέα. Ένα βιβλίο μελαγχολικό έως καταθλιπτικό, που αμφιβάλλω αν οι νεότεροι αναγνώστες μπορούν να το νιώσουν, μπορούν να συμπορευθούν με τις σκέψεις και τα συναισθήματα του συγγραφέα-αφηγητή όπως εμείς, οι μεγαλύτεροι στην ηλικία αναγνώστες, για τους οποίους ο εναπομένων χρόνος γίνεται πραγματικά ανεκτίμητος θησαυρός. Ένα βιβλίο-απολογισμός ζωής, ένα βιβλίο όπου ο γοητευτικός λόγος του Κουμανταρέα συνδυάζει αριστοτεχνικά την πραγματικότητα με τη μυθοπλασία. Άλλωστε, "ο καλός γραφιάς είναι αυτός που δεν ξεχωρίζει αυτά που συνέβησαν από εκείνα που επινόησε να του συμβούν-αρχή της μυθοπλασίας ιερή για όποιον γράφει".

Απευθύνεται σ' ένα "παλιό συνάδελφο και αδερφό", τον καθένα μας ίσως, διαλέγεται μαζί του, απαντά σε υποτιθέμενες ερωτήσεις και αντιρρήσεις του. Μέσα στο ατμοσφαιρικό κλίμα της σύγχρονης Αθήνας η αφήγηση μετατοπίζεται εναλλάξ μεταξύ παρόντος και παρελθόντος. 

Επιστρέφει στο τόσο αλλαγμένο τώρα τοπίο της Στοάς, στο οποίο, νέος κάποτε, δούλευε σε μια ασφαλιστική εταιρεία, ενώ στο σπίτι περιμένει η Λιλή, η αγαπημένη, άρρωστη σύζυγός του. Η αφήγηση εναλλάσσεται. Την περιγραφή της αρρώστιας και την επιδείνωσή της ως το αναπόφευκτο τέλος, διαδέχονται οι αναμνήσεις της νεότητας. "Είμαι πια σε ηλικία να τα αναπαραγάγω όλα, ομολογημένα και ανομολόγητα-ιδίως αυτά", γράφει. Η ιδιομορφία της ερωτικής του ζωής κατέχει ιδιαίτερη θέση στην όλη αφήγηση. Από τα πορνεία στα στέκια ομοφυλοφίλων, στην αναζήτηση νεαρών, πρόσκαιρων ή μονιμότερων συντρόφων, ενώ διαχωρίζει τη σχέση αγάπης για τη γυναίκα από την ερωτική για τον άντρα.

Χροιά μεταφυσικής διάστασης παρέχει η εμφάνιση ενός παλιότερου υπαλλήλου που έρχεται ξαφνικά και αναπάντεχα, συνδιαλέγεται με τον αφηγητή, εξιστορεί τις δικές του εμπειρίες, τόσο από την υπηρεσία όσο και από την αναζήτηση της ομοφυλοφιλικής του ταυτότητας. Ίσως ο άγνωστος που χαρακτηριστικά ονομάζεται Αναγνώστου ή Αναγνωστόπουλος δεν είναι παρά ο εαυτός του ή η φωνή της συνείδησης.

Ποιητικοί και μουσικοί απόηχοι πλημμυρίζουν το βιβλίο. Καβάφης και Άμλετ, Βέρντι, Καρυωτάκης, Σολωμός, Λαπαθιώτης και Φίλιπ Ροθ κλείνουν το μάτι στον αναγνώστη, ενώ η άρια "eri tu" ηχεί σαν λάιτ μοτίβ, καθώς ο θάνατος, αυτός ο μέγας άγνωστος, παραμονεύει. "Άραγε, ποια να ήταν η τλευταία της σκέψη, το στερνό της όνειρο; Οι νεκροί παίρνουν τα μυστικά μαζί τους φεύγοντας-καμιά ανακάλυψη της επιστήμης δεν μπόρεσε ούτε θα μπορέσει να το εξιχνιάσει".

Βιβλίο-απολογία ζωής, βιβλίο αναστοχασμού, βιβλίο που τις περιπέτειες του βίου, τις χαρές και τις αμαρτίες, τα όσα ο συγγραφέας έζησε και τα όσα φαντάστηκε, τα μετουσιώνει σε λογοτεχνικές σελίδες με παναθρώπινη απήχηση. Συγκινητικό και απολαυστικό.

19-11-2014 - anagnostria.blogspot.gr

Δείτε όλες τις παρουσιάσεις-κριτικές βιβλίων

Copyright 2018   Δ.ΜΑΥΡΟΜΑΤΑΚΗΣ-Γ.ΖΗΣΟΥΔΗΣ Ο.Ε. All rights reserved
Όροι Χρήσης  |  Δήλωση Απορρήτου