Κατηγορίες

Ευρετήριο Εκδοτών - Κατασκευαστών

Εγγραφείτε στο Ενημερωτικό Δελτίο
Παρακαλώ εισάγετε το e-mail σας:


Bestsellers
 




SSL
SSL


TOP 100 BEST GREEK SITES






Παρουσίαση – κριτική του βιβλίου «Θάνατος στο Βαλπαραΐζο» -16/12/2014

Δείτε όλες τις παρουσιάσεις-κριτικές βιβλίων

Παρουσίαση – κριτική του βιβλίου «Θάνατος στο Βαλπαραΐζο»

 

Λίγα λόγια για το βιβλίο

Πώς ένας εξόριστος ετοιμοθάνατος κομμουνιστής ηγέτης περνά τις τελευταίες ημέρες του στη μακρινή Χιλή ανάμεσα σε μια εταίρα που τον σαγηνεύει, σ' έναν ψευτοδόκτορα που τον υπονομεύει και έναν Έλληνα γιατρό που επιστρατεύεται για την περίσταση. Ένα υπαρξιακό δράμα που εξελίσσεται σε πολιτικό θρίλερ μέσα σ' ένα σκηνικό τρόμου και γοητείας στο Βαλπαραΐζο.

 

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα

Ο Μένης Κουμανταρέας (1931-2014), από τους σημαντικότερους συγγραφείς της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς της ελληνικής πεζογραφίας, γεννήθηκε στην Αθήνα. Το 1949 αποφοίτησε από το Πρότυπο Λύκειο Αθηνών, χωρίς να ακολουθήσει συστηματικές πανεπιστημιακές σπουδές. Εργάστηκε επί είκοσι χρόνια σε ναυτιλιακές και ασφαλιστικές εταιρείες. Το 1961 άρχισε να συνεργάζεται με το περιοδικό "Ταχυδρόμος", και το 1962 εμφανίστηκε στη λογοτεχνία με τη συλλογή διηγημάτων "Τα μηχανάκια". Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας συμμετείχε στην αντιστασιακή έκδοση "18 Κείμενα" και οδηγήθηκε τρεις φορές σε δίκη βάσει του νόμου "περί ασέμνου δημοσιεύματος" για το έργο του "Το αρμένισμα"- ωστόσο, το 1972 πήρε την υποτροφία RAAD για το Βερολίνο. Μετά το 1982 ασχολήθηκε αποκλειστικά με τη συγγραφή και τη μετάφραση· μετέφρασε, μεταξύ άλλων, έργα των Λιούις Κάρολ, Έντγκαρ Άλαν Πόε, Έρνεστ Χέμινγουεϊ, Ουίλιαμ Φώκνερ και Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ. Τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος (1967, για το "Αρμένισμα") και δύο φορές με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος (1976, για τη "Βιοτεχνία υαλικών" και, 2002, για το "Δυο φορές Έλληνας"), καθώς και με το Βραβείο του Ιδρύματος Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών για το σύνολο του έργου του, το 2008. 'Ηταν ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων. Τη δεκαετία του 1980 διετέλεσε μέλος του ΔΣ της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Βιβλία του μεταφράστηκαν σε δεκατρείς γλώσσες: αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ιταλικά, ισπανικά, πορτογαλικά, αλβανικά, τουρκικά, ολλανδικά, ρωσικά, εσθονικά, λετονικά, εβραϊκά, και διηγήματά του σε διάφορες άλλες (κινεζικά, τσεχικά, κ.ά.). Το πιο πολυμεταφρασμένο βιβλίο του στο εξωτερικό είναι η "Κυρία Κούλα", ακολουθούμενη από τη "Βιοτεχνία υαλικών", το "Η μυρωδιά τους με κάνει να κλαίω", τη "Φανέλα με το εννιά" και τον "Ωραίο λοχαγό", σύμφωνα με την ιστοσελίδα www.ekebi.gr. Έφυγε από τη ζωή με αδόκητο τρόπο: βρέθηκε δολοφονημένος στο σπίτι του στην Κυψέλη, κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες, τα ξημερώματα της 6ης Δεκεμβρίου 2014.

 

Συνέντευξη του συγγραφέα

Στο τελευταίο του μυθιστόρημα ο Μένης Κουμανταρέας θα εκπλήξει τον αναγνώστη: ως χώρο όπου διαδραματίζεται η ιστορία του επιλέγει τη μακρινή Χιλή και το εξωτικό λιμάνι Βαλπαραΐζο, ενώ η μεγάλη έκπληξη είναι ο ήρωας του, ο Εριχ Χόνεκερ, ο εξόριστος στη Χιλή ηγέτης της πρώην Ανατολικής Γερμανίας. Ο τελευταίος ζει τις τελευταίες ημέρες του και εξομολογείται σε έναν νεαρό έλληνα γιατρό τα παθήματα αλλά και τις εμμονές του.

Ο συγγραφέας με υποδέχθηκε στο σπίτι του στην Κυψέλη φορώντας στο ένα χέρι ένα μάλλινο γάντι σαν μονομάχος - μια ευρεσιτεχνία για να ξεγελάσει την τενοντίτιδα στα δάχτυλα. Δείχνει να έχει ξεπεράσει την πρόσφατη αρρώστια του, στοιχεία της οποίας διακρίνονται στο μυθιστόρημά του. Μου εξομολογείται ότι ήδη ετοιμάζει καινούργιο μυθιστόρημα, περισσότερο αυτοβιογραφικό. Πιστεύει πολύ στο νέο του «παιδί», το μυθιστόρημα Θάνατος στο Βαλπαραΐζο, το οποίο, εκτός της μυθιστορηματικής πλοκής, διαθέτει και αρκετό υλικό για μια πολιτική συζήτηση.

Για πρώτη φορά γράφετε ένα μυθιστόρημα του οποίου η ιστορία εξελίσσεται εκτός Ελλάδος. Τι σας ενέπνευσε;

«Η παραμονή μου για έξι μήνες στο Βερολίνο, το 1972, όπου γνώρισα και τις δύο όψεις της πόλης, την καπιταλιστική και την κομμουνιστική. Μπορούσα να μπαινοβγαίνω και να βλέπω τη ζωή και στα δύο μέρη. Το μυθιστόρημα αυτό είναι μια παλιά ιδέα που με απασχολούσε εδώ και χρόνια, την έχω γράψει ξανά και ξανά, τουλάχιστον έξι φορές. Έχει κάτι από νοσταλγία και εφιάλτη μαζί».

Γιατί διαλέξατε ως ήρωα τον Χόνεκερ;

«Σκεπτόμουν πώς θα ήταν ένας άνθρωπος που πεθαίνει μόνος, έξω από την πατρίδα του και έξω από την ιδεολογία που τον έθρεψε, αν σκεφτούμε ότι δεν ήταν ένας κοινός άνθρωπος αλλά ένας ηγέτης. Ο νεαρός έλληνας γιατρός που συνομιλεί μαζί του είμαι εγώ».

Δεν φοβάστε μήπως η συμπάθειά σας γι' αυτόν τον ηγέτη σήμερα παρερμηνευθεί;

«Εγώ γράφω ένα μυθιστόρημα, δεν κάνω Ιστορία. Ο Χόνεκερ ως ήρωας έχει ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά. Ήταν ένας αγωνιστής, ανεξάρτητα αν ως πρόεδρος της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας ήταν τελικά ένας συμβατικός ηγέτης που δεν μπόρεσε να ακούσει τα μηνύματα των καιρών. Δεν μπορούσε να καταλάβει ότι ο λαός ήταν δυσαρεστημένος, ούτε ότι η σοβιετική ηγεμονία διολίσθαινε προς τη διάλυσή της. Σημειώνω και κάτι τραγικό, ότι μετά την πτώση του καθεστώτος φυλακίστηκε στις ίδιες φυλακές του Μοαμπίτ στο Βερολίνο, όπου τον είχαν φυλακίσει οι χιτλερικοί, για τους ίδιους λόγους - για προδοσία. Μόνο που τη μία φορά τον φυλάκισαν οι εχθροί του και την άλλη οι φίλοι του. Ολη αυτή η υπόθεση γύρω από τον Χόνεκερ μου έδωσε την ευκαιρία να πλέξω μια περιπέτεια που έχει και στοιχεία θρίλερ, με γυναίκες, μπορντέλα, ναζιστές, σκοτεινούς πράκτορες και το Βαλπαραΐζο».

Αλήθεια, πώς επιλέξατε ένα εξωτικό μέρος όπως το Βαλπαραΐζο εσείς, ένας αθηναιογράφος;

«Η πρώτη μου επαφή με το Βαλπαραΐζο ήταν ένα ντοκυμαντέρ που είδα πριν από χρόνια στην τηλεόραση...

...Τα σπίτια, φτιαγμένα από βαμμένους με ποικίλα χρώματα τσίγκους, όπως κατηφορίζουν προς τη θάλασσα, με το τρενάκι γεμάτο εργάτες ανάμεσά τους, ήταν μια εικόνα φτώχειας που δεν είχα ξαναδεί ποτέ. Και συγχρόνως υπάρχει δίπλα ένα πλούτος συσσωρευμένος σε λίγους ανθρώπους που δεν φαίνεται. Αργότερα έμαθα ότι επρόκειτο για μια ταινία του Μπουνιουέλ. Στο Βαλπαραΐζο μένει η Δόνα Κοντσέτα, ένα μυθιστορηματικό πρόσωπο, μια φαμ φατάλ που παίζει σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της ιστορίας».

- Εχει, κατά τη γνώμη σας, αφήσει κάτι η περιπέτεια του «υπαρκτού» ή έπειτα από χρόνια θα την έχουμε ξεχάσει;

«Έχει αφήσει τον αναστεναγμό της όχι επιτυχημένης επανάστασης. Μια πίκρα. Το 1917 αναποδογύρισε ο κόσμος, επηρεάστηκαν όλα τα έθνη. Το πείραμα αυτό πληγώθηκε και προδόθηκε. Αυτό το τελευταίο με κάνει να έχω μια συμπάθεια παρά τις ακατονόμαστες πράξεις που έγιναν σε μια προσπάθεια να αλλάξουν τα πράγματα. Τα επαναστατικό κίνημα είχε μια αφέλεια, μια παιδικότητα, κάτι γνήσιο. Αυτό που βλέπουμε σήμερα είναι ο καπιταλισμός χωρίς αντίπαλο δέος. Υπήρχε βέβαια ο Ψυχρός Πόλεμος, το σκληρό παιχνίδι ανάμεσα σε Αμερικανούς και Ρώσους. Είχε και το γούστο του, τουλάχιστον μυθιστορηματικά».

- Είναι πραγματικά τα γεγονότα στα οποία αναφέρεστε στο μυθιστόρημά σας;

«Πολλά από αυτά. Θα σας πω ένα παράδειγμα. Αναφέρω κάπου ότι ο Μπρέζνιεφ διάλεγε από ποια πλευρά θα φωτογραφηθεί. Το έχω πάρει από ένα παλιότερο βιβλίο που είχα διαβάσει, τα απομνημονεύματα του αμερικανού πρέσβη στη Μόσχα. Γενικά σας λέω ότι το τι είναι πραγματικό και τι επινοημένο θα είναι η απορία του αναγνώστη, την οποία δεν σκοπεύω να λύσω. Σχεδόν κι εγώ κοντεύω να ξεχάσω τι είναι πραγματικό και τι όχι».

- Ο Χόνεκερ αναφέρει κάπου τον κίνδυνο για μια Γερμανική Ευρώπη. Τον βλέπετε ως κίνδυνο;

«Ελπίζω όχι. Υπήρξε μέχρι πρότινος. Βλέπω ότι Κάμερον και Ολάντ πιέζουν και αυτοί από τη μεριά τους καθώς καταλαβαίνουν ότι υπάρχει κίνδυνος να πάμε σε έναν Γ' Παγκόσμιο Πόλεμο χωρίς μάχες αλλά με οικονομικά μέσα. Από την άλλη, έχουμε τον γερμανικό λαό, που υπακούει πάρα πολύ σε ό,τι του λένε οι κυβερνώντες. Είναι έτοιμος να βυθιστεί σε ύπνωση, όπως έγινε επί Χίτλερ. Πιστεύω ότι οι νεότεροι Γερμανοί έχουν καταλάβει το τρομερό πράγμα που συνέβη στη χώρα τους, το οποίο πλήρωσαν χωρίς να φταίνε, και θα αντιδράσουν. Σήμερα κανείς στην Ευρώπη δεν έχει ένα ανάστημα όπως του Βίλι Μπραντ. Η Μέρκελ έχει, βέβαια, έναν τσαμπουκά, σκληροπυρηνικό στο βάθος. Ο Ομπάμα και ο Πούτιν είναι πραγματικοί ηγέτες. Αν ήμουν σκηνοθέτης και ήθελα έναν ηθοποιό να κάνει τον ναζί, θα πρότεινα στον Σόιμπλε να τον παίξει, νομίζω ότι είναι μια φυσιογνωμία που του ταιριάζει».

- Στο μυθιστόρημά σας θίγετε τον κίνδυνο μιας ναζιστικής εξάπλωσης. Πώς βλέπετε την επιρροή της Χρυσής Αυγής σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, με αγωνιστικές παραδόσεις και λίγο απείθαρχη;

«Υπάρχει μια μερίδα του πληθυσμού που φοβάται τους ξένους, τον κομμουνισμό, κάποιοι που νοσταλγούν τη χούντα. Υπάρχει η Αστυνομία, στην οποία ωθούν τα νέα παιδιά να ψηφίζουν Χρυσή Αυγή. Μην ξεχνάτε ότι αυτά τα παιδιά θα μπορούσαν κάλλιστα να είναι από την άλλη μεριά, με αυτούς που κυνηγάνε, να είναι παράνομοι. Αλλά αν θέλουμε να το δούμε γενικότερα, η άνοδος της Χρυσής Αυγής είναι αποτέλεσμα της διακυβέρνησης της χώρας τα τελευταία χρόνια, από την τρίτη θητεία του ΠαΣοΚ και μετά. Από την παντελή ανικανότητα αυτών των ανθρώπων, που κρατούσαν τυφλούς ως ένα σημείο και τους ψηφοφόρους τους. Ηταν και ψεύτες και ανίκανοι. Το χειρότερο ήταν το δεύτερο, γιατί το ψέμα είναι και μια εγγενής έννοια στην πολιτική και ίσως εκφράζει και μια ικανότητα. Ελπίζω ότι η επιρροή της Χρυσής Αυγής θα εκφυλιστεί συν τω χρόνω».

- Βλέπετε μια σχέση μεταξύ της βίας των νεαρών τρομοκρατών και της γενικευμένης βίας που υπάρχει στην κοινωνία;

«Τα παιδιά αυτά, που προέρχονται από τα καλά προάστια, ζήσαν σε μια ευμάρεια, με καλά σχολεία, τζιπ και άλλα. Το παράδειγμα των γονιών τους ήταν, όμως, απογοητευτικό για αυτούς. Επιπλέον τους σκότωσαν και τον φίλο τους. Δεν είναι δύσκολο ένα νέο παιδί από αντίδραση να γλιστρήσει στην παραβατικότητα και ίσως στην τρομοκρατία. Οι γερμανοί και ιταλοί τρομοκράτες δεν προέρχονταν άραγε από καλές οικογένειες; Δεν είμαι κοινωνιολόγος να γνωρίζω ακριβώς αιτίες και συμπεριφορές. Όταν όμως μια κοινωνία ξεφεύγει, όπως η ελληνική μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες, με την αφθονία, την ευμάρεια χάρη στα δανεικά, την εμπιστοσύνη στους πολιτικούς που αποδείχτηκαν ανίκανοι ή κλέφτες, είναι εύκολο να ξεφύγουν και κάποια μέλη της σε μια ιδεολογία που είναι η βία για τη βία».

- Κάπου στο μυθιστόρημα ο Χόνεκερ λέει: «Εχουμε πάρει πολύ σοβαρά τους ηγέτες μας». Τι σημαίνει αυτό; Υπάρχει ιδεολογία σήμερα; Υπάρχει η διάκριση Αριστεράς - Δεξιάς;

«Οχι. Πέθανε - όσον αφορά τα κόμματα. Το ΚΚΕ, με όλη την αγκύλωση που έχει, πιστεύει σε κάτι. Ενώ το παραλήρημα του Καμμένου δεν έχει καμία ιδεολογία. Ο Τσίπρας είναι ένα ερώτημα. Είναι ένα κεφάλαιο που θα το διαβάσουμε όλοι αργότερα. Τον κοροϊδεύει ο Πάγκαλος. Τι έχει κάνει ο Πάγκαλος για να μπορεί να κοροϊδεύει έναν νέο άνθρωπο που αγωνίζεται είτε για προσωπική φιλοδοξία είτε για το κόμμα του; Ενας άνθρωπος τόσο ευφυής (όπως ήταν, δεν είναι πια) ανάλωσε την ευφυΐα του σε κομματικά συμφέροντα».

- Κατά τη γνώμη μου το όλο έργο μπορεί να διαβαστεί και σαν μια παρωδία των πολιτικών καταστάσεων που αναφέρετε.

«Το μυθιστόρημά μου δεν είναι πολιτική μπροσούρα, μπορεί να διαβαστεί με διάφορους τρόπους. Αν και δεν ξεκίνησα να το γράψω ως παρωδία, το υλικό μπορεί να σε οδηγήσει αλλού. Ελπίζω ότι παραμένω ο παραμυθάς που ήμουν. Νομίζω ότι το ύφος μου είναι αναγνωρίσιμο».

- Έχει και κάποια στοιχεία ελληνικά άραγε η ιστορία σας;

«Ο έλληνας νεαρός γιατρός επιστρέφει στην πατρίδα του μόνος, δεν βρίσκει καν την ατζέντα με τις φίλες του. Αναφέρομαι και στη μοναξιά που βιώνει ο σημερινός νέος Έλληνας, που έχει φύγει για να σπουδάσει έξω και γυρίζει και δεν αναγνωρίζει τίποτα και ο ίδιος είναι μόνος πεσμένος σε ένα κρεβάτι με μια πινακίδα νέον να αναβοσβήνει απ' έξω».

Ο Χόνεκερ και ο έλληνας γιατρός    
Ο Εριχ Χόνεκερ, τελευταίος ηγέτης της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας, μετά την πτώση του Τείχους το 1989 δικάστηκε και καταδικάστηκε σε φυλακή. Αποφυλακίστηκε λόγω ανηκέστου βλάβης και κατέφυγε στη μακρινή Χιλή, όπου πέθανε στις 30 Μαΐου 1994. Στο μυθιστόρημα η υγεία του επιδεινώνεται, κάνει ήδη χημειοθεραπείες, και ο μυστηριώδης τύπος Φέλζενστάιν, που φιλοξενεί τον ηγέτη, καλεί έναν νεαρό έλληνα γιατρό, ο οποίος δεν ονοματίζεται, για να τον βοηθήσει.


Ο Χόνεκερ θα εμπιστευθεί τον Έλληνα στηριζόμενος στην παλαιά ένταξη του νεαρού στην Κομμουνιστική Νεολαία Ελλάδος. Ο Έλληνας άλλοτε τον συμπαθεί - του θυμίζει τον πατέρα του - και άλλοτε τον αμφισβητεί. Ένα βράδυ στο λιμάνι του Βαλπαραΐζο ο γιατρός θα γνωρίσει μια γυναίκα, τη Δόνα Κοντσέτα, που θα του αναθέσει μια σημαντική αποστολή: να μεταφέρει ένα μήνυμα του Χόνεκερ προς την Ευρώπη. Αυτή θα είναι η αρχή του θρίλερ που θα αρχίσει στη Χιλή και θα ολοκληρωθεί στην Αθήνα.   

Μπασκόζος Γιάννης Ν. - 17/02/2013 – tovima.gr

 

Κριτικές για το βιβλίο

1. Όσο ο καιρός περνάει –κι αυτό ισχύει για όλους τους ανθρώπους, πολύ περισσότερο για τους δημιουργούς– μια αβάσταχτη κούραση γέρνει τους ώμους όσων ακόμα επιμένουν, έτσι που καλλιτεχνικά έργα, τα οποία περιμένουν κάποιοι σχεδόν με αγωνία, να μην ανταποκρίνονται στις προσδοκίες τους. Ιδίως οι πεζογράφοι που εργάζονται ως χειρώνακτες δεν πραγματοποιούν την έρευνα που χρειάζονται τα μυθιστορήματά τους, δεν προσέχουν την τεχνική απόδοσης και αφήγησης, και ίσως, τέλος, να μη νοιάζονται τόσο και για το προηγούμενο αξιοσημείωτο έργο τους, αλλά και για την υστεροφημία τους. Έτσι η ανάγνωση καθίσταται αληθινό ρίσκο, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, ενώ παράλληλα δημιουργείται ένα αρνητικό κλίμα για τον συγγραφέα, ο οποίος επίσης και δεν αντιδρά επαρκώς, λόγω ακριβώς αυτών που αναφέραμε παραπάνω.

Η ουσία είναι μία: τίποτα από όλα αυτά δεν ακουμπά τον μεγάλο μας μυθιστοριογράφο Μένη Κουμανταρέα, ο οποίος, όσο τα χρόνια βαραίνουν την πένα του, τόσο πιο ουσιαστικός γίνεται, τόσο πιο συνεπής παρουσιάζεται, τόσο πιο ενδιαφέρων καθίσταται, τόσο πιο αγαπητός γίνεται στον κόσμο. Πράγματι, και αυτή τη φορά, στο Θάνατος στο Βαλπαραΐζο, ο Κουμανταρέας καλλιεργεί το έδαφος για να φυτρώσει ένα πολιτικό θρίλερ, άψογο στην εκφορά του, ιδεολογικά δρομολογημένο και ουσιαστικά ανώτερου επιπέδου. Τι έχουμε, όμως; Μια συνομιλία του εξόριστου στη Χιλή πρώην προέδρου της Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας μ’ έναν Έλληνα ψυχίατρο, που βρίσκεται σε αυτή τη χώρα της Λατινικής Αμερικής για λόγους έρευνας επιστημονικής. Η κουβέντα στρέφεται γύρω από τα πεπραγμένα του προέδρου όσο ήταν στο τιμόνι της χώρας. Μετά το θάνατό του και όσα συνέβησαν στο Βαλπαραΐζο, ο Έλληνας γιατρός γίνεται, με τη θέλησή του, κομιστής ενός βίντεο με συνέντευξη του προέδρου Χόνεκερ, προκειμένου να προωθηθεί στα ΜΜΕ της Δύσης, με απρόβλεπτο και αναπάντεχο αποτέλεσμα. Ένα ολοκληρωτικά πολιτικό κείμενο, λοιπόν, που εξελίσσεται με ταχύτητα διαστημική, αφήνοντας στον δέκτη τη χαρά και την ικανοποίηση ότι έγινε μέτοχος μιας προσπάθειας από την οποία δεν του ξέφυγε η παραμικρή λεπτομέρεια.

Είναι γεγονός πως μετά την πτώση του τείχους και την κατάρρευση των Ανατολικών καθεστώτων, βρέθηκαν πολλοί καλοθελητές, όχι μόνο των αστικών σχηματισμών, αλλά και αριστεροί, που μίλησαν χωρίς ντροπή για «σφαγείς», «δολοφόνους», «δικτάτορες» κ.λπ., ανταποκρινόμενοι σε ό,τι οι κομματικοί τους χώροι επεδίωκαν. Ο Κουμανταρέας, με την τεράστια πολιτική κρίση που διαθέτει, όχι μόνο δεν πέφτει σε αυτή τη λάσπη, αλλά το αντίθετο, πλησιάζει μυθιστορηματικά έναν ηγέτη, άρρωστο και λίγο πριν από το θάνατό του, με όση συμπάθεια μπορεί να διαθέτει τολμώντας, μάλιστα, μέσω του Έλληνα γιατρού να του υπενθυμίζει τα σοβαρά του λάθη και τις ευθύνες του. Και πάλι, σύμφωνα με τον συγγραφέα, ο ηγέτης αντιλαμβανόμενος, έστω και αν είναι αργά, τις φοβερές του αδυναμίες, την έλλειψη δημοκρατίας, το θάνατο της ελευθερίας για τους πολίτες, γενικώς ό,τι εσφαλμένα θεώρησε σωστό για την επιβίωση της χώρας του στον απροκάλυπτο πόλεμο που ασκούσε πάνω του η Δύση, σχεδόν καταρρέει. Ο Κουμανταρέας, λοιπόν, όχι μόνο δεν ζητάει ευθύνες από έναν συνομήλικό του, που άρρωστος οδεύει προς το θάνατο, αλλά είναι έτοιμος να τον συγχωρέσει, καθώς πείθεται πως ό,τι έκανε ο ηγέτης, το έκανε με βάση αυτό που πίστευε καλύτερο για το λαό του.

Το κυριότερο χαρακτηριστικό της πεζογραφίας του Κουμανταρέα είναι φυσικά η θεατρικότητα του λογοτεχνικού σώματος. Αληθινά, το σκηνικό στήνεται πάνω σε διαλόγους, πολλές φορές και σε διαλόγους μέσα σε διαλόγους, καθώς η μία ιστορία που εξελίσσεται εμπεριέχει μια δεύτερη, που έχει ίση ή και περισσότερη αξία. Έχω την εντύπωση πως, αν εξαιρέσει κανείς το μεγάλο κομμάτι των δρώμενων στο Βαλπαραΐζο –τα οποία επίσης αναπτύσσονται σε κλειστό χώρο– το μυθιστόρημα θα μπορούσε ατόφιο να μεταφερθεί στο θέατρο, μ’ αυτή του την πρωτοποριακή υφή, μ’ αυτή του την ξεκάθαρη αφηγηματική πρόζα. Ενώ, τέλος, ένας συγγραφέας του ύψους του Κουμανταρέα δεν θα μπορούσε να μη φιλτράρει το φαινόμενο της ανόδου των ναζιστικών και φασιστικών κομμάτων όχι μόνο στην Ευρώπη –που εν κατακλείδι στρατολογούν μέλη από τα πρώην σοσιαλιστικά στρατόπεδα–, έτσι ώστε να πιστοποιήσει, μια ακόμη φορά, την πολιτική του ταυτότητα, που υπήρξε προοδευτική, αριστερή και συνεπής με τους αναγνώστες που τον παρακολουθούν εδώ και δεκαετίες.

Χρίστος Παπαγεωργίου - 06 Ιουλίου 2013 - diastixo.gr

 

2. Ένας Έλληνας γιατρός (ψυχίατρος) που εργάζεται στη Χιλή συναντά, έπειτα από αίτημά του, τον τελευταίο πρόεδρο της Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Έριχ Χόνεκερ, που έχει καταφύγει εκεί μετά την αποφυλάκισή του, χτυπημένος από τον καρκίνο. Ο Χόνεκερ φιλοξενείται μαζί με τη γυναίκα του, τη Μάργκοτ, σε μια από τις επαύλεις του Ελβετού «δόκτορα» Φέλζενστάιν στο Σαντιάγο. Εκεί διηγείται στον Έλληνα γιατρό, για τον οποίο φαίνεται να γνωρίζει πολύ περισσότερα απ’ ό, τι ο ίδιος φαντάζεται, τη σχέση του με τον δόκτορα και ένα ταξίδι μαζί του στην πόλη-λιμάνι Βαλπαραΐζο ή «Κοιλάδα του Παραδείσου».

Ο ηλικιωμένος και ταλαιπωρημένος από την αρρώστια Έριχ εκμυστηρεύεται στον 37χρονο γιατρό τις σκέψεις του για τον κομμουνισμό -στον οποίο παρέμεινε πιστός μέχρι τέλους- και την πορεία του κόσμου. Εκείνος αφηγείται και ο γιατρός κυρίως ακούει, παρεμβαίνοντας μόνο όταν κρίνει πως είναι απαραίτητο ή για να απαντήσει στις ερωτήσεις του. Ανάμεσά τους δημιουργείται μια σχέση εμπιστοσύνης η οποία βασίζεται στο ότι ο γιατρός υπήρξε στα νιάτα του κομμουνιστής, σπούδασε στο Βερολίνο κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου και τώρα που τελειώνει το συμβόλαιό του με το νοσοκομείο στο Σαντιάγο σχεδιάζει να επιστρέψει στην Ελλάδα, να ασχοληθεί με την πολιτική και να γράψει ένα μυθιστόρημα. Η δράση εκτυλίσσεται στα 1994, όμως ήδη από τις πρώτες σελίδες οι αναλογίες με το σήμερα είναι εμφανείς, όπως μαρτυρούν οι αναφορές στη γερμανική Ευρώπη (σελ. 29) και στις νεοναζιστικές οργανώσεις (σελ. 35). Καθώς εξελίσσεται η πλοκή και ο Χόνεκερ αποκαλύπτει το σχέδιο Μαύρη Πεταλούδα του δόκτορα Φέλζι, παράλληλα με την ιστορία της δόνα Κοντσέτα (που μπορεί να ήταν η ίδια γυναίκα που γνώρισε μια μεθυσμένη νύχτα στο Βαλπαραΐζο ο Έλληνας) η εικόνα διευρύνεται για να περιλάβει ένα νέο όραμα του κόσμου είτε πρόκειται για την κοινωνία των Αρίων, εκλεκτών του δόκτορα, είτε για μια δημοκρατία στη βάση της ισότητας που θα αναδειχθεί μέσα από τα συντρίμμια της ελεύθερης αγοράς (όχι ότι είναι το ίδιο οι δύο εκδοχές). Ο Έλληνας γιατρός επιφορτίζεται με μια αποστολή. Θα τη φέρει σε πέρας;

Το βιβλίο διαδραματίζεται μέσα σε ένα σκηνικό θεάτρου. Οι υπηρέτες με τις λιβρέες που πηγαινοέρχονται στο βάθος, το τύμπανο που παίζει, ο σωσίας του Έριχ που εμφανίζεται και εξαφανίζεται με την ίδια ευκολία. Το Βαλπαραΐζο με τους κάθετους βράχους στη θάλασσα, τα στενά δρομάκια, τον οίκο ανοχής της δόνα Κοντσέτα, τον ήχο του τσαράνγκο. Αυτά τα στοιχεία ενισχύουν τη μυθοπλασία και δίνουν κι έναν τόνο μυστηρίου στην υπόθεση.

Ο κ. Κουμανταρέας είναι γνωστός και καταξιωμένος συγγραφέας. Η επιλογή του να παρουσιάσει τις τελευταίες μέρες του αμφιλεγόμενου Έριχ Χόνεκερ σε ένα μυθιστόρημα είναι ένα τόλμημα που διεξέρχεται με επιτυχία, κατά την άποψή μας, αφού καταφέρνει να δημιουργήσει ένα δικό του κόσμο μέσα στον οποίο οι ήρωες κινούνται ελεύθεροι από το βάρος της Ιστορίας.

Βασιλική Χρίστη - 22.06.2013 – diavasame.gr

 

Δείτε όλες τις παρουσιάσεις-κριτικές βιβλίων

Copyright 2018   Δ.ΜΑΥΡΟΜΑΤΑΚΗΣ-Γ.ΖΗΣΟΥΔΗΣ Ο.Ε. All rights reserved
Όροι Χρήσης  |  Προστασία Προσωπικών Δεδομένων